Είναι κάποιες χρονικές περίοδοι της ζωής, που νιώθεις λες και το Σύμπαν σε παρακολουθεί επισταμένα, για να δει κατά πόσο καταφέρνεις να φέρεις σε πέρας τις "αποστολές" που σου αναθέτει (και που ενδεχομένως εσύ ο ίδιος έχεις προεπιλέξει σε κάποια στιγμή της ύπαρξής σου - μια στιγμή που τώρα πια έχει διαγραφεί από καθε υπαρκτή σου μνήμη).
Αντιλαμβάνεσαι λοιπόν την δοκιμασία άμα τη αφίξει της και προσπαθείς να ανταπεξέλθεις με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Τον καλύτερο δυνατό για την πορεία σου και την εσωτερική εξέλιξή σου.
Κι όταν κάποια στιγμή παίρνεις εκείνη την ανάσα, νιώθεις το Σύμπαν -πατ πατ - να σου χαϊδεύει το κεφάλι σα νά'σουν παιδί και να σου λέει: "Εντάξει, κάνε ένα διάλειμμα τώρα, καλά τα πήγες. Θα τα ξαναπούμε αργότερα..."
Μου έλεγε σήμερα ένα πιτσιρίκι για ένα παιχνίδι που παίζει. Και στο παιχνίδι, λέει, ο πρίγκιπας πήγε να σώσει την πριγκίπισσα. Μόνο που αντί να τη σώσει, έκλεψε όλα τα λεφτά του κάστρου και εξαφανίστηκε. Για δες, έτσι αλλάζουν λοιπόν τα πρότυπα...σκέφτηκα. Και μετά η πριγκίπισσα καβάλησε τον δράκο και κάπου εκεί ξεκίνησε η παιχνιδοπεριπέτεια.
Ο πιτσιρίκος μου είπε ότι στο παιχνίδι αυτό, ο παίκτης αναβαθμίζει τον δράκο και όχι τον πρίγκιπα. Για φαντάσου... αναβαθμίζει τον δράκο... Δεν ήξερα ότι βγαίνει και σε παιχνίδι αυτό το σενάριο...
Υπάρχουν κάποιες στιγμές ανείπωτης χαράς, που μόνο ένα καθαρό παρελθόν μπορεί να σου χαρίσει.
Κάποιες στιγμές, που γίνεσαι ξανά παιδί, με τους ανθρώπους που σε έζησαν ως παιδί, παιδιά κι εκείνοι τότε. Κι είναι οι στιγμές αυτές αληθινά πολύτιμες, γιατί για λίγες ώρες δεν υπάρχει τίποτα από το παρόν. Όλα τα σακιά που κουβαλάμε καθημερινά αφήνονται πίσω, κι έτσι μπορούμε ανερυθρίαστα και χωρίς την παραμικρή ενοχή να γελάσουμε και να ξεγελαστούμε, ότι η Δευτέρα τάχα δε θα ξημερώσει ποτέ... Ευτυχώς για μας, τα μάτια μας δεν αλλάξαν ούτε χρώμα, ούτε τρόπο που κοιτάζουν.
Είναι κάποια παιδιά που από τη στιγμή που διασταυρώνεται ο δρόμος σου μαζί τους, ξέρεις ότι είναι ιδιαίτερα. Δε λέω, όλα τα παιδιά ιδιαίτερα είναι, και αν δε βρεις κάτι ν'αγαπήσεις σε κάθε ένα από αυτά, είναι πρακτικώς αδύνατο να δουλέψεις μαζί τους. Με κάποια όμως από αυτά, δημιουργούνται δεσμοί πολύ ιδιαίτεροι και πολύ άμεσα.
Είναι εκείνα τα παιδιά, των οποίων τα ραντάρ είναι τόσο ευαίσθητα, ώστε να καταλαβαίνουν από την καλησπέρα σου και μόνο αν είσαι καλά ή όχι. Ακόμα κι όταν είσαι απόλυτα σίγουρος ότι η διάθεσή σου δεν γίνεται αντιληπτή από κανέναν.
Είναι τα παιδιά που πλήρη ενσυναίσθησης ανησυχούν όταν αρρωσταίνεις, αντί να πανηγυρίσουν που χάνουν το μάθημα. Είναι τα παιδιά που ρωτούν τις πιο δύσκολες ερωτήσεις. Που σε κοιτούν ευθεία στα μάτια και με το βλέμμα τους να σε κατακεραυνώνει απαιτούν την αλήθεια και τίποτα λιγότερο από αυτήν. Είναι εκείνα τα παιδιά που θέλουν να μοιραστούν τόσα μαζί σου, ώστε δε σου φτάνει ο χρόνος σχεδόν ποτέ.
Είναι τα παιδιά που δυσκολεύονται να αντιληφθούν την πραγματικότητα του προαυλίου όπου βασιλεύει η βία και ο τραμπουκισμός.
Είναι τα παιδιά που ταμπελοποιούνται από τους εκπαιδευτικούς ως φλύαρα, ή αδιάφορα, ή με ελλειματική προσοχή. Γιατί απλά το μυαλό τους τρέχει και θέλουν με κάτι να το απασχολήσουν. Με κάτι "έξω από το κουτί".
Είναι τα ελάχιστα παιδιά που ξέρεις ότι θα σε αναζητήσουν ως ενήλικες.
Είναι οι μελλοντικοί ενήλικες στους οποίους έχεις ποντάρει για ένα πιο φωτεινό μέλλον.
"Γιατί αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα".
Θα ήθελα τόσο να μπορούσα να σου πω ότι όλα θα πάνε καλά. Αν και μας έλεγαν πάντα στη σχολή ότι αυτή η φράση είναι απαγορευμένη - γιατί η πιο πιθανή απάντηση είναι: "Κι εσύ πού το ξέρεις;".
Θα ήθελα τόσο να σου υποσχεθώ ότι θα έρθουν και όμορφες στιγμές, και καλά νέα, και φωτεινές μέρες. Αν και προσπαθώ να μη δίνω υποσχέσεις που δεν μπορώ να κρατήσω.
Θα ήθελα να είμαι σίγουρη ότι οι θετικές ενέργειες που σου στέλνω φτάνουν μέχρι την ψυχή σου και τη δυναμώνουν έστω και λίγο.
"Δεν είσαι έτοιμος ποτέ, ποτέ, ποτέ, για αυτό που σου συμβαίνει"*. Το λέει και το τραγούδι.
Με μια καραμέλα "ραντεβού" από εκείνες που μας γλύκαιναν παλιά και την ευχή να ξαναβρεθούν στο μονοπάτι σου όλα τα καλά του Σύμπαντος αγαπημένη...
*από το τραγούδι "Μεσοπέλαγα" - Μουσική: Ανδριάνα Μπάμπαλη, Στίχοι: Νίκος Μωραΐτης
Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις για να καταφέρεις να μιλήσεις με κάποιον στο τηλέφωνο στις μέρες μας είναι να τον πάρεις, να μην τον βρεις, να σε πάρει, να μη σε βρει, να τον ξαναπάρεις, να μην τον βρεις, να σε ξαναπάρει, να μη σε βρει. Στην καλύτερη περίπτωση στο τέλος της μέρας και στη χειρότερη μετά από κανένα δεκαήμερο θα έχετε μιλήσει. Απαραίτητα προαπαιτούμενα για τα παραπάνω: υπομονή, θέληση, επιμονή και αγάπη.
Δεν τολμώ ούτε να εκφέρω το όνομά σου. Κάνω πως δε θυμάμαι ότι πλησιάζεις. Οι άνθρωποι όμως που με ξέρουν απ'την καλή κι απ'την ανάποδη, τούτες τις μέρες γνωρίζουν, και με κοιτάζουν με το βλέμμα που ψιθυρίζει: πλησιάζει ε; Πόσες φορές δεν έγραψα για σένα - σου θύμωσα, σου φώναξα, σε αγκάλιασα, έκανα ειρήνη με τη φύση σου τη μυστηριακή, αλλα και πάλι... ποτέ δεν είμαι απολύτως ήσυχη πριν την επικείμενη έλευσή σου.
Μέσα από τους φρενήρεις ρυθμούς της καθημερινότητας που σε έφεραν στο κατώφλι μου, παλεύω να βρω μια τόση δα στιγμούλα για να σε καλωσορίσω με τον τρόπο που μόνο εμείς οι δύο γνωρίζουμε ότι σου πρέπει. Ο προκάτοχός σου - δεν έχω παράπονο - φρόντισε να με προετοιμάσει δεόντως, θυμίζοντάς μου ότι τα δράματα δεν έχουν εποχή, ούτε ηλικία. Και τώρα εδώ, πάνω από ένα μαύρο πληκτρολόγιο, μάλλον θυμάμαι γιατί η γραφή μου έπαψε τότε. Όλα γίνονται, ξέρεις, πολύ πιο έντονα όταν τα ξεστομίζεις, όταν τα καταγράφεις, όταν τα βλέπεις να ξετυλίγονται μπροστά σου. Όλα αποκτούν υπόσταση, και τεντώνουν τις συναισθηματικές σου χορδές με έναν τρόπο που μόνο ο λόγος μπορεί να πραγματώσει.
Δε θα μπορούσες να μη με οδηγήσεις εδώ. Πάντα με πήγαινες πίσω στα πιο σκοτεινά μου κομμάτια, στα πιο νοσηρά, στους ανθρώπους που άφησα να με τσαλακώσουν και να με σημαδέψουν δια παντός. Ήσουν πάντα το μνημόσυνο του εαυτού που άφησα πίσω μου για πάντα. Για πάντα;
Θα σε καλωσορίσω, για άλλη μια χρονιά. Με τις πατούσες παγωμένες από τον χειμώνα που εισέβαλλε εν μια νυκτί στη ζωή μου και με την ψυχή μου θαρραλέα να σε υποδεχτεί...
Έχει περάσει πάνω από ένας χρόνος από τη μέρα που το μπλογκ "It takes a thought to make a word" σώπασε. Έχουν περάσει πάνω από τρεις μήνες από τη μέρα που επιλεγμένα κείμενα από εκείνο το μπλογκ μπήκαν στο χαρτί και εκδόθηκαν από τον Οσελότο ως "Τραντεσκάντια επί χάρτου".
Με αφορμή το βιβλίο αυτό, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω ανθρώπους και να τους ακούσω να μου μιλούν για το πώς εκείνοι βίωσαν τα κείμενά μου. Κι αυτό ήταν ένα δώρο πολύτιμο. Γιατί πάντα όταν καταγράφουμε προσωπικά βιώματα, η μεγαλύτερα αγωνία στο μοίρασμα είναι: "και ποιον θα ενδιαφέρουν όλα αυτά;".
Και επειδή μου έλειψε καθώς φαίνεται τούτος ο τόπος αλλά και η καταγραφή, κάνω ένα νέο ξεκίνημα από εδώ μέσα και πάλι. Καλό μας ταξίδι στην καταγραφή και καλά μας μοιράσματα. Γιατί ό,τι καταγράφεται, διασφαλίζει την αθανασία του.